ανάπλευση

η (Α ἀνάπλευσις) [ἀναπλέω]
νεοελλ.
ο ανάπλους*
αρχ.
φθορά, διάβρωση, σάπισμα οστού, με αποτέλεσμα τον χωρισμό του από το σώμα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανάπλευση — η η πλεύση αντίθετα με τη φορά του ρεύματος: Η ανάπλευση του ποταμιού ήταν δύσκολη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναπλεύσῃ — ἀναπλεύσηι , ἀνάπλευσις separation fem dat sg (epic) ἀναπλέω sail upwards pres part act fem dat sg (epic ionic) ἀναπλέω sail upwards aor subj mid 2nd sg ἀναπλέω sail upwards aor subj act 3rd sg ἀναπλέω sail upwards fut ind mid 2nd sg ἀναπλόω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανάπλους — ο η ανάπλευση (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.